Περί ελέγχου και αφηνιάσματος το ανάγνωσμα.

Όσοι έχουμε ασχοληθεί κάποια στιγμή με κάποιο όργανο, μουσικό διευκρινίζω προς αποφυγή εξοκελλώντων(?!) παρερμηνειών, γνωρίζουμε ότι τα πρώτα τέσσερα- πέντε χρόνια τις μαθητείας ενός μουσικού είναι ΒΑΡΕΤΑ. Ναι, βαρετά με κεφαλαία γράμματα. Δυστυχώς, γι’αυτό το λόγο πολλοί τα παρατάνε στην αρχή, πριν φτάσουνε σε εκείνο το καθοριστικό σημείο όπου ο απηυδισμένος εκολλαπτόμενος καλλιτέχνης θα ανακαλύψει με μεγάλη του χαρά ότι το καινούργιο έργο που του έδωσε ο καθηγητής του,  υπάρχει και σε CD!!! Οπότε τέρμα οι αηδίες, πλεόν περνάμε σε “κανονική” μουσική που παίζουν οι “κανονικοί” πιανίστες και η οποία χρήζει προσοχής από τη μουσική βιομηχανία, το μουσικόφιλο κοινό, τους όχι και τόσο μουσικόφιλους κριτικούς, τους “νότες ίσον χρήμα”  ιμπρεσάριους, κουτουλου. Τέλεια!

Σε αυτό το σημείο αρχίζει να σχηματίζεται και η προσωπικότητα του κάθε καλλιτέχνη. Κοινώς ότι βιώματα, αποθυμένα, αισθήματα και ερεθίσματα κατέχει ο ερμηνευτής, τα βγάζει στη μουσική.  Η καλλιτεχνική πορεία μοιάζει λιγάκι με τη κανονική ζωή. Αν υποθέσουμε ότι τα 3-4 πρώτα χρόνια είναι η παιδική ηλικία, τότε τα επόμενα.. αρκετά μάλλον χρόνια είναι η πολυτάραχη εφηβεία. Κοινώς, όποιον πάρει ο χάρος. Και όπως οι ορμόνες χτυπάνε κόκκινο εκεί γύρω στα δεκατέσσερα- δεκαπέντε, έτσι και στην εφηβική του φάση ο μουσικός περνάει μια περίοδο μεταμόρφωσης με πολλά σκαμπανεβάσματα. Συνήθως δε,  αν υποθέσουμε ότι κάποιος αρχίζει να μαθαίνει ένα όργανο από τα μικράτα του, η εφηβεία με την εφηβική μουσική φάση συμπέφτουν, δημιουργώντας μια κατάσταση ακόμα πιο έκρυθμη μιας και ο ανεξέλεγκτος έφηβος τείνει συχνά να μπερδεύει τα όργανα του μεταξύ τους.

Ένας σημαντικός παράγοντας  της έναρξης της εν λόγω περιόδου, είναι η ιλλιγιώδης τεχνική βελτίωση. Τα χέρια μεγαλώνουν, οι μύες δυναμώνουν, τα έργα γίνονται πολύ πιο ενδιαφέροντα με αποτέλεσμα την αύξηση των ωρών μελέτης και ξαφνικά ο μουσικός, από κεί που ένοιωθε λες και στις άκρες των χεριών του έχει δύο περίεργες αποφύσεις που κάνανε ότι τους κατέβαινε χωρίς να μπορεί να τις ελέγξει, βρίσκεται με δύο ευλύγιστες μέγγενες που τρέχουν, στηρίζονται, ελέγχουν δύναμη και πίεση και μπορούν πλέον να βγάλουν λεπτά ηχοχρώματα χωρίς την έκκριση τόνων εκ του μετώπου ιδρώτα. Από κει και πέρα υπάρχουν δύο τινά. Είτε ο μουσικός θα επιδείξει πρόωρη και σπάνια ωριμότητα αφιερώνοντας τις νεοαποκτηθείσες ικανότητές του στην υπηρεσία της μουσικής, είτε θα τη ψωνίσει και θα αφηνιάσει- μουσικά πάντα. Κοινώς, θα αρχίσει να ασχολείται με όσο το δυνατόν πιο δύσκολα έργα του επιτρέπουν οι δυνατότητές του, φτάνοντάς τα σε εξωφρενικά τέμπο και ενδίδοντας σε ακραίες δυναμικές. Ναι, ναι, όλοι τα έχουμε περάσει. Η αλήθεια είναι ότι έχω συναντήσει μόνο ένα μουσικό σε όλη μου τη ζωή ο οποίος άνηκε στη πρώτη κατηγορία- τη συνειδητοποιημένη. Όλοι οι υπόλοιποι, λιγότερο ή περισσότερο προσγειωθήκαμε ανωμαλα στη δεύτερη- εμού συμπεριλαμβανομένου.

Αφηνίασα λοιπόν, και επειδή οι τεχνικές μου δυνατότητες είτο αξιοσημείωτες, αφηνίασα πολύ. Επειδή όπως και να το κάνουμε το αποτέλεσμα εντυπωσίαζε τα μάλα και όσα επί του παιξίματός μου σχόλια συνοδεύονταν πάντα από επιφωνήματα θαυμασμού, επαναπαύτηκα και πίστεψα ότι βρισκόμουν στο σωστό δρόμο. Ώσπου μια μέρα, ένας καθηγητής θεωρητικών,τον οποίο είχα σε μεγάλη εχτίμηση, μου είπε με μια νότα ενοχλημένης ξινίλας (και καλά έκανε), ότι ναι μεν τεχνικά ήμουν άρτια, αλλά ότι μουσικά τα είχα κάνει σκατά. Θεωρούσε πως για μένα μέτραγε πολύ περισσότερο η αυτοπροβολή μου μέσω της μουσικής παρά η ίδια η μουσική που έπαιζα, και δεν είχε άδικο.  Κοινώς είχα χάσει τη μπάλα.

Τρώω λοιπόν μια ξεγυρισμένη φρίκη, αφού μου πέρασε η πρώτη τσαντίλα, διότι είδα πως ο φίλτατος καθηγητής μου είχε απόλυτο δίκιο. Είχα σταματήσει να ακούω, είχα σταματήσει να αναπνέω, τα’χα θυσιάσει όλα στο βωμό  του ακραίου και εντυπωσιακού.  Και κάπου εκεί άρχισε κατά τη ταπεινή μου άποψη η περίοδος της μουσικής μου ενηλικίωσης. Σταμάτησα να επιλέγω δύσκολα έργα, τα τέμπο μου ήταν πλέον από μέτρια εως αργά και άρχισα να ακούω εμμονικά σχεδόν ότι έπαιζα, κάθε νότα κάθε φράση. Μου έκανε καλό. Κλείδωσα το εγώ μου στα παρασκήνια και προσπάθησα να γίνω απλά η δίοδος μέσα από την οποία η μουσική του κάθε συνθέτη θα περνούσε στον κόσμο.  Βέβαια, όταν κάποιος έχει μέσα του το σπόρο της υπερβολής, απ’οπου κι αν πάει πάλι στο ακραίο θα καταλήξει. Έτσι και τότε. Μαζί με τον εγωισμό μου φυλάκισα και κάθε συναίσθημα, ήλεγξα κάθε παρόρμηση, αυτοφιμώθηκα ώστε να μην ενοχλήσω τον αιώνιο ύπνο κανενός συνθέτη. Από αφηνιασμένο άλογο έγινα ξυλάγγουρο. Τί ωραία.

Από την άλλη, ένα αφηνιασμένο άτι δεν μένει πολύ καιρό ήρεμο. Έτσι κουτσά στραβά άρχισα να ξαναβρίσκω την πρώτερη δυναμική μου χωρίς όμως να ξεχνώ αυτά που αποκόμισα στη φάση του νερόβραστου ζυμαρικού. Και ακόμα παλεύω να ανακαλύψω αυτή τη λεπτή ισορροπία μεταξύ άφεσης και ελέγχου. (Ουάου αυτό ακούστηκε πολύ βαθυστόχαστο. Δεν είναι, μη ψαρώνετε.), με διαφόρων ειδών αποτελέσματα.

Ένα από αυτά τα αποτελέσματα μου παρουσιάστηκε τις προάλλες, όταν αποφάσισα να ακούσω μια ηχογράφηση που είχα κάνει σε ένα από τα κομμάτια που μελετάω αυτό το καιρό. Λίστ το κομμάτι, εν ονόματι Totentanz, στο τοπ 3 των πιο δύσκολων κομματιών που έχω πιάσει ποτέ στα χέρια μου. Το εν λόγω κομμάτι έχει ένα κακό, πέρα από τη διαολεμένη του δυσκολία. Έχει πάρα πολλές νότες. Υπερβολικά πολλές νότες. Πάρα πολλές νότες οι οποίες παίζονται πολύ γρήγορα και πολύ πολύ δυνατά. Κακός συνδιασμός όπως ανακάλυψα ως ανάλατο αγγούρι. Είναι ο συνδιασμός εγγύηση για να μην καταλάβει ο ακροατής ούτε αρμονία, ούτε φράσεις, ούτε νόημα επειδή όλα θα είναι ένα τουρλουμπούκι με πατάτες και τζατζίκι.  Αρνούμενη λοιπόν πεισματικά να φλομώσω το κομμάτι στο πενταλ και να βγάλω ότι νεύρα είχα και δεν είχα στα πολλαπλά του φορτίσσιμο, κάθισα και σπαζοκεφάλιαζα για το πως θα το κάνω να ακουστεί ως μουσική και όχι ως μανιώδης επίδειξη τεχνικών ικανοτήτων (αν και δω που τα λέμε όταν ένα κομμάτι έχει γραφτεί ακριβώς για να πουλήσεις μούρη όπως συχνά γούσταρε ο φίλτατος Λιστ, είναι πολύ δύσκολο ως ταπεινός ερμηνευτής να αλλάξεις τα μυαλά του κομματιού τα οποία φέρουν μια δόση από την  ευφυία του συνθέτη, τη σαφώς ανώτερη από τη δικιά σου- περισσότερα γι’αυτό παρακάτω). Έμαθα λοιπόν τις νότες και μετά άρχιζα να κόβω. Έκοψα τέμπο, έκοψα πενταλ (έκοψα *πολύ* πενταλ), έβαλα αναπνοές μεταξύ των φράσεων, γενικότερα πέρασα το κομμάτι από κούρα ελέγχου. Οπότε σε κάποια φάση αρχίζω να νοιώθω ότι πλέον το κομμάτι ακούγεται και χωρίς ωτοασπίδες. Τότε αποφάσισα να με ηχογραφίσω να δω πως ακούγομαι.

Απογοητεύτηκα. Απογοητεύτηκα γιατί ΒΑΡΕΘΗΚΑ. Ναι, το παίξιμο ήταν καθαρό, ναι οι φράσεις ακούγονταν, ναι οι δυναμικές ήταν ωραιότατες, ναι το πενταλ δεν φλόμωνε τη μουσική στο βουητό αλλά το αποτέλεσμα ήταν τόσο αποστειρωμένο, τόσο ελεγχόμενο που καταντούσε εξαιρετικά ξενέρωτο. Και έτσι αναθεώρησα. Τελικά υπάρχουν κομμάτια που το θέλουν το αφηνιασμά τους. Και ας βρωμίσουν λίγο. Και ας χαθούν δυο τρεις φράσεις στη λαχανιασμένη τους αλληλουχία. Και ας είναι τρια τέσσερα φορτίσσιμο λίγο πιο ξεκουφαντικά απ’οσο θα έπρεπε. Αλλά αν μη τι άλλο η μουσική θα είναι ορμητική και χειμαρώδης και παθιασμένη όπως γράφτηκε να είναι.  Διότι όπως προείπα όταν μια ευφυία σαν αυτή του Λίστ ορίζει παροξυσμό, ποιά είμαι γω να καταφέρω να βάλω σε στενό καλούπι το δημιουργημά του? Ίσως αν ήμουν και γω ιδιοφυία να μπορούσα να παίξω ένα ελεγχόμενο Totentanz με όλη τη μαγεία του κόσμου μέσα. Δεν είμαι. Οπότε την επόμενη φορά θα αφηνιάσω χωρίς τύψεις.

Αυτό που έμαθα τελικά είναι ότι στη μουσική δεν πρέπει να υπάρχουν γενικεύσεις. Κάποια μουσική υπηρετείται με το εγω στα παρασκήνια. Και κάποια άλλη με το εγω στη σκηνή να χορεύει κλακέτες με μοναδική ένδυση μια φούστα από μπανάνες.

Αντε καλό μας χρόνο!

Γράψτε ένα σχόλιο

Filed under Περί Ερμηνείας

The OpOnion’s Welcome

Opinion στα αγγλικά σημαίνει γνώμη. Και όλοι έχουμε από μία.  Νόστημη στα καλά κέφια, βρωμερή στις τσαντίλες, αλλά κατά προτίμηση εκείνη που κάνει τη διαφορά. Όπως το κρεμμυδάκι. Βραστό άμα υπάρχει πρόσωπο ωμό άμα δεν υπάρχει που λέει και ο ομορφάντρας. Βραστό στα καλά κέφια, ωμό μαζί με σκορδοστούμπι στις τσαντίλες λέω γω. Και ένας πιανίστας έχει και τα δύο, όπως όλοι οι άνθρωποι άλλωστε.

OpOnion λοιπόν, opinion μαζί με onion και να’το το πρώτο φάουλ ενός μουσικού σάιτ, διότι περί αυτού πρόκειται, ένας διόλου εύηχος τίτλος. Αλλά δε βαριέσαι, δεν πρόκειται να λείψει και ο αυτοσαρκασμός σε τούτο δω το βλόγιο οπότε γιατί να μην αρχίσουμε νωρίς?

Κειμενάκια παντός μουσικού περιεχομένου, προσεχή live(συναυλίες δηλαδή),  βιντεάκια με την αφεντιά μου να σπάει μια δυο χορδές και άλλα τέτοια πραματάκια – προσεχώς!

Γράψτε ένα σχόλιο

Filed under Uncategorized